Ivo Meraskentis, Auszüge aus der aktuellen 5ten Gedichtsammlung

Ivo Meraskentis, Auszüge aus der aktuellen 5ten Gedichtsammlung

 

2.
Έλα μου όμορφη
με τα μάτιά σου μπλε
ψηλά τα τόξα φρύδια
στη μορφή σου
νηστικές καμπύλες,
έλα μου
με τη ματιά σου αίνιγμα
μπόλιασμα στο καλοκαίρι
που πλησιάζει
το καλοκαίρι που νυστάζει
βάλσαμο είναι
μη πειράξει πιότερο η μία λέξη
κρίμα

3.
Ναι, θα ΄πρεπε
γη αττική να με σκεπάσει
σαν έρθει η ώρα εκείνη
ένα να γίνει
σώμα φθαρτό
με άσπρη πέτρα
με ελιά
και αλμυρό νερό

8.
Το μικρό φεγγάρι
τη κορφή περνά
όλο θα φανεί μετά
στρογγυλό κι ωραίο
θα φανεί
ήλιος στο σκοτάδι
Τόσους στίχους του ‚χουν τάξει
τόσο το ‚χουν τραγουδήσει
απόψε άλλο τί να πώ,
κι άλλες λέξεις θα‘ ναι μάλλον
ένα ποίημα περιττό
Ίσως αρκεί ετούτο για τιμή
που θα χαρώ σα πάλι
η ματιά πάνω σ’εκείνο θα αράξει
σίγουρο σα θα περνά όλο καμάρι
να με καληνυχτίσει
κρίμα να πω
δε θα αφήσει

10.
Το ύψωμα ετούτο εκεί
μονάχα μια γραμμούλα είναι
μια ξανθιά γραμμή
πλησίασες και έμεινες
στο στάχυ δίπλα που‘ μοιασε
σε πέλαγο πλατύ
βαθυστόχαστη παρηγοριά
η ψιλή βροχή μετά
η πλάση όλη μίαν αγκαλιά
Στο ύψωμα ετούτο εκεί
σήμαντρο το αεράκι θα στραφεί
το χόρτο να ταράξει
βάλσαμο ο κυματισμός
ο κάθε του χαιρετισμός
άσε λέω, άσε
άσε ένα μόνο το δάκρυ,
να γιορτάσουμε θέλω απόψε
μόνο αυτό λιγάκι

11.
Το ρόδισμα
σχεδόν απρόσμενα μετά
λύτρωσε τις αυστηρές γραμμές
κάθε γραμμή κληρονομιά
κάθε μαρτυρική γραμμή μιαν ιστορία
Το κύμα κι απόψε όπως πάντα
κάθε παλάτι γλείφει, θα το λιώσει
δε θα μείνει το απομεινάρι
Τί άλλαξε;
Πές μου, πες μου σε παρακαλώ
τί άλλαξε
Δε ξέχασα στα τόσα χρόνια
τη κουβέντα αυτή που ‚λέγαν
πως απ’της Παναγίας και μετά
όλα πάλι σε ύπνο βαθύ θα γείρουν
κάπως έτσι το ‚λέγαν
αφού όλοι φεύγανε
για τα δικά τους μέρη
και δυνατά σ’όλους μας εύχονταν
άντε, καλό χειμώνα
Έχεις περπατήσει τα μέρη όλα
με την ελιά, τη λεμονιά, το κυπαρίσσι
τα γνώριμα σημεία που θα πέσει η ματιά
στη δημοσιά σα κατεβαίνεις
το σήμαντο μικρό και ταπεινό
το κάλεσμά του στέλνει κι αυτό θαρρείς
στην αναχώρηση, τη λησμονιά
σα και τούτο να φοβάται
Αχ, ανδρώθηκες
μέσα στης άνοιξης το άρωμα
μέσ’το μειδίαμα κάθε Σεπτέμβρη
μελαγχολία μου
γλυκιά των παιδικών μας χρόνων,
τον επισκέπτη
που΄ρθε χθες προσκυνητής σχεδόν
το κύμα τόν χαιρέτησε κι ας είναι θυμωμένο
Τραγουδά ο πεζοπόρος,
μου φαίνεται πως ξέρει
πώς να μη φοβάται
το χειμώνα που πλησιάζει
κι αυτόνε τον γιορτάζει, τί να κάνει
μισογεμάτο το ποτήρι του πιστεύει
το κύμα και πέρα από το κύμα βλέπει

19.
Στα σωθικά του
εκεί κρατούσε
από μικρό μικρό παιδί
φωτιές του Εικοσιένα,
βιώματα
τριάντα ετών πολέμου
Βαλαωρίτου τη πένα μύηση
σε ύπατο μυστήριο
αυτό της Γλώσσας,
τις μουσικές
των γοτθικών ναών
για είκοσι γενιές πιστών
σα τη φωλιά σε μια μικρή ψυχούλα

20.
Τα ταπεινά
τα πιο λίγα μα και τόσο άξια
όχι μία, όχι δύο

τρεις γενιές τα αγαπήσαν
τα τιμήσαν και τα σώσαν‘
τα πολύτιμα αυτά
δεν ξεχωρίζουν πια
σε άπειρο ωκεανό χαμένα
ποιός να τα δει;
Ποιός να τα καταλάβει;

22.
Μισό λεπτό,
μισό λεπτό μονάχα
μια σιωπή
μόνο για τόσο λίγο
Δες το δρόμο, κοίτα!
Πέρασε η αχτίδα
το πυκνό κλαδί
φύλλο που δε σαλεύει,
η ματιά μου δε σαλεύει
Ένας,
ένας δεν είναι να περάσει
κάπως να τα ταράξει
Το πλακόστρωτο δικό μας
το σπιτάκι μέγαρο στο φως
μονάκριβο λουλούδι κάθε χόρτο
μονάκριβη τέτοια στγμή
αστράφτει ήλιος το γυαλί
κι όλα τα κρύβει

Ivo Meraskentis

(alle Rechte beim Autor)